η προσφώνηση του Προέδρου Κωστή Στεφανόπουλου
στο επίσημο δείπνο προς τιμήν του Προέδρου Κλίντον
ή
η τελευταία φορά που νιώσαμε υπερήφανοι για Ελληνα πολιτικό
"Κύριε Πρόεδρε καλώς ήρθατε στην Ελλάδα. Σας υποδεχόμεθα καθώς και την κ. Κλίντον με αισθήματα ειλικρινούς φιλίας και μεγάλης εκτίμησης προς το πρόσωπό σας αλλά και έναντι της μεγάλης σας χώρας με την οποία η Ελλάς συνδέεται με παλαιούς όσο και συγχρόνους ισχυρούς δεσμούς. Σας υποδεχόμεθα ως τον διακεκριμένο πρόεδρο των ΗΠΑ ο οποίος με την πολιτική του ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την ευημερία της χώρας του και ως τον πρόεδρο της ηγέτιδος χώρας του δυτικού κόσμου, η οποία φιλοδοξεί να εκφράζει και να στηρίζει τις μεγάλες αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Οι αρχές αυτές γεννήθηκαν κατά τους αρχαίους κλασσικούς χρόνους στην Ελλάδα και μορφοποιήθηκαν εις συγκεκριμένο πολίτευμα εδώ στην Αθήνα. Εδώ προσδιορίστηκαν και κατεγράφησαν με σαφή τρόπο οι νόμοι ως οι ρυθμιστές των σχέσεων μεταξύ των πολιτών και υψώθηκε η δικαιοσύνη ως υπερτάτη αρχή και αξία. Το Σύνταγμα της χώρας σας είναι το πρώτο Σύνταγμα της σύγχρονης εποχής μας που εξέφρασε εν μέσω περιπλόκων τότε προβλημάτων, ισχυρών εντάσεων και μεγάλων δυσχερειών, την αφοσίωση ενός λαού, του αμερικανικού, στην ελευθερία, τη δημοκρατία και τη δικαιοσύνη. Δεν πέρασαν από τότε πολλά χρόνια και η χώρα μας ανέκτησε επίσης την ελευθερία της έπειτα από σκληρούς και αιματηρούς αγώνες που διήρκεσαν οκτώ χρόνια. Ενθυμούμεθα πάντοτε με ευγνωμοσύνη ότι η αμερικανική συμπολιτεία εξέφρασε εκ των πρώτων χωρίς δισταγμό τη συμπάθειά της και προσέφερε την ηθική στήριξή της στην αγωνιζόμενη Ελλάδα. Αυτή η πρώτη συνάντησή μας υπό την σκέπη της ελευθερίας ακολουθήθηκε κύριε Πρόεδρε και αργότερα και από άλλες συμπορεύσεις.
Αναφέρομαι στους δύο παγκοσμίους πολέμους κατά τους οποίους απειλήθηκαν οι ελευθερίες των λαών από στρατοκρατικά και ανελεύθερα πολιτεύματα. Οι ΗΠΑ προσέφεραν το βάρος της ισχύος των, αλλά και τη γενναιότητα των τέκνων των για την υπεράσπιση της ελευθερίας και η συμμετοχή τους στους πολέμους αυτούς υπήρξε αποφασιστική. Η Ελλάς προσέτρεξε και εκείνη με όλες τις δυνάμεις της προς ενίσχυση του στρατοπέδου της ελευθερίας και στις δύο συγκρούσεις. Κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο προσέφερε στο Συμμαχικό στρατόπεδο το 1918 την πρώτη σημαντική νίκη του στο μέτωπο της Μακεδονίας. Και κατά το Δεύτερο την πρώτη και πάλι νίκη του εναντίον των φασιστικών δυνάμεων στον πόλεμο της Αλβανίας μαζί με το παράδειγμά της πως αγωνίζονται οι ελεύθεροι λαοί κατά πολύ υπερτέρων εχθρών. Διότι δεν εδίστασε και κατά των πανισχύρων ναζιστικών στρατευμάτων να αμυνθεί με απαράμιλλη γενναιότητα. Κατά τον πόλεμο αυτό στον οποίο οι στρατευμένοι νέοι της προσήλθαν να καταταγούν τραγουδώντας και κατά την επακολουθείσασα κατοχή της χώρας από τα στρατεύματα του ’ξονα, απώλεσε από πολεμικές ενέργειες και την επακολουθείσασα αντίσταση από βομβαρδισμούς, εκτελέσεις και από την πείνα περισσότερες από 500 χιλιάδες ψυχές. Δηλαδή είχε αναλογικώς προς τον πληθυσμό της τις μεγαλύτερες μαζί με τη Ρωσία, την Πολωνία και τη Γιουγκοσλαβία απώλειες μεταξύ των Συμμάχων κρατών. Η Ελλάς έχει ακόμη την πικρία ότι δεν αναγνωρίσθη επαρκώς η συνεισφορά της στην κοινή πολεμική προσπάθεια.
Μετά τον πόλεμο, ηΑμερική μας προσέφερε όπως και σε άλλες χώρες πολύτιμη υλική και ηθική βοήθεια προκειμένου να ανασυγκροτήσουμε την κατεστραμμένη από τον πόλεμο χώρα μας. Σήμερα ενισχύουμε τους δεσμούς μας ευρισκόμενοι στον ίδιο ιδεολογικό και δημοκρατικό χώρο, συμμετέχοντες στην ίδια Στρατιωτική Συμμαχία και πιστεύοντας πάντοτε στις ίδιες μεγάλες και ηθικές αξίες και πολιτικές αρχές. Οι δεσμοί αυτοί ενισχύονται ακόμη περισσότερο από τα τρία περίπου εκατομμύρια των ομογενών μας που ζουν στις ΗΠΑ μοιράζοντας τα πατριωτικά τους αισθήματα μεταξύ της νέας μεγάλης πατρίδας τους και της παλαιάς όπου ευρίσκονται οι τάφοι των προγόνων τους και πολλοί εν ζωή συγγενείς τους. Για εμάς οι ομογενείς μας Αμερικανοί αποτελούν αιτία μεγάλης εθνικής υπερηφάνειας και ικανοποίησης, λόγω της συμπεριφοράς των ως πολιτών και της προκοπής των ως ανθρώπων. Η φιλία που με αυτούς τους τρόπους, κύριε Πρόεδρε, αναπτύχθηκε και στηρίζεται σε κοινά ιδανικά των δύο χωρών μας είναι προορισμένη να διαρκέσει. Η σύγχρονη Ελλάς, κύριε Πρόεδρε όπως καλώς γνωρίζετε, είναι κράτος ειρηνικό, σεβόμενο απολύτως τις διεθνείς υποχρεώσεις του με άριστα λειτουργούν δημοκρατικό πολίτευμα, με ισχυρά και αναπτυσσόμενη οικονομία, μέλος της ΕΕ και πολλών άλλων διεθνών οργανισμών, σημαντικός παράγοντας σταθερότητας στην περιοχή των Βαλκανίων. Δεν αγαπούμε τον πόλεμο, ούτε τον προβάλλουμε ως μέσο επίλυσης διαφορών. Αποδεχόμεθα και στηρίζουμε τις αποφάσεις του ΟΗΕ. Σεβόμαστε και επικαλούμαστε το Διεθνές Δίκαιο και τις διεθνείς συνθήκες και διατηρούμε φιλικές σχέσεις με όλους τους γείτονες μας μη έχοντας άλλα προβλήματα πέραν αυτών που προκαλούνται εις βάρος μας από την επιθετική πολιτική της Τουρκίας.
Επωφελούμενος από το μεγάλο προσωπικό ενδιαφέρον σας για την επίλυση του επί 25 χρόνια άλυτου Κυπριακού, επιτρέψτε μου να υπενθυμίσω προς όλους τους παρευρισκομένους ότι το πρόβλημα αυτό προκλήθηκε από την στρατιωτική εισβολή στη νήσο, προς αποκατάσταση όπως τότε είπε, του διαταραχθέντος από την απόπειρα του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου νομίμου πολιτεύματος. Ότι έκτοτε και παρά την αποκατάσταση της νομιμότητος συνεχίζει την κατοχή του 38% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας και αρνείται να συμμορφωθεί προς τις αποφάσεις και τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών. Επίσης να προσθέσω ότι ο τουρκικός πληθυσμός της νήσου ανήρχητο κατά την εισβολή στο 18% του συνολικού πληθυσμού και ο ελληνικός εις το 80%. Ότι μετά την εισβολή το ήμισυ του τουρκικού πληθυσμού εγκατέλειψε τη νήσο και αντικαταστάθη από εποίκους μεταφερθέντες από την Ανατολία. Ότι 180 χιλιάδες Ελληνοκυπρίων παραμένουν πρόσφυγες, εμποδιζόμενοι να κατοικήσουν στους τόπους της γέννησής τους και να απολαύσουν τις περιουσίες τους. Ότι ο κ. Ντενκτάς αρνείται να συζητήσει τις προτάσεις που κατά καιρούς έχουν υποβληθεί και ότι της μιας πλευράς αρνουμένης να υποχωρήσει μερικοί λέγουν ότι ίσως υπάρχει φόβος να κληθεί η άλλη να καλύψει δια των ειδικών της βημάτων τη ζητούμενη προσέγγιση.
Κύριε Πρόεδρε εάν το Κυπριακό πρόβλημα πρόκειται να επιλυθεί πρέπει να επιλυθεί συμφώνως προς τις αρχές της δικαιοσύνης και της δημοκρατίας. Δεν είναι δυνατό να επιλυθεί με την αποδοχή της στρατιωτικής βίας και των τετελεσμένων. Δεν είναι δυνατό το μελετώμενο δικοινοτικό πολίτευμα να παραγνωρίσει τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων. Όπως δεν είναι νοητό να παραγνωριστούν τα ατομικά δικαιώματα όλων των Κυπρίων, αφού τα δικαιώματα αυτά οπουδήποτε του κόσμου παραβιαζόμενα κινούν όχι μόνο τη συμπάθεια αλλά και την επέμβαση των δημοκρατικών κρατών. Τέλος η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επιτρέπεται να εξαρτηθεί από την προηγούμενη λύση του Κυπριακού προβλήματος. Το ζήτημα αυτό πιστεύω ότι είναι πρωταρχικής σημασίας.
Αλλά, υπάρχουν και οι λεγόμενες διαφορές στο Αιγαίο. Ο προσδιορισμός των ορίων της υφαλοκρηπίδας, του μόνου δηλαδή υπαρκτού προβλήματος, θα είχε επιτευχθεί εάν η Τουρκία εδέχετο ότι τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα, όπως προβλέπουν οι διατάξεις του Δικαίου της θαλάσσης, το οποίο έχει αποδεχθεί και η μεγάλη σας χώρα. Οι διεκδικήσεις επί διαφόρων νήσων και νησίδων του Αιγαίου δεν θα έπρεπε ούτε ως σκέψεις να διατυπωθούν αν η Τουρκία ενθυμείτο τις υποχρεώσεις της, τις προκύπτουσες από τη Συνθήκη της Λωζάννης, συμφώνως προς τα άρθρα 12 και 16 της οποίας παρητήθη παντός δικαιώματος και οποιουδήποτε τίτλου επί νήσων κειμένων πέραν των τριών μιλιών από τις ακτές της με εξαίρεση την Ίμβρο, Τένεδο και τη νήσο των Λαγών. Η απειλή πολέμου δεν επιτρέπεται να διατυπώνεται σε καμία περίπτωση από τις αρχές των Ηνωμένων Εθνών. Πολύ περισσότερο όταν διατυπώνεται εν σχέσει με την άσκηση δικαιώματος αναγνωριζομένου από το δίκαιο της θαλάσσης, όπως είναι η επέκταση των χωρικών υδάτων.
Ήδη οι σεισμοί που έπληξαν και τις δύο χώρες προκάλεσαν ισχυρό λαϊκό αίσθημα αμοιβαίας συμπάθειας και αλληλεγγύης, το οποίο όλοι διακαώς ελπίζουμε να ενισχυθεί με λόγους και ενέργειες προς την κατεύθυνση της φιλίας και της συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών. Κανείς περισσότερο της Ελλάδος δεν επιθυμεί περισσότερο αυτή τη φιλία και συνεργασία η οποία θα αποβεί ευεργετική για την περαιτέρω οικονομική ανάπτυξη των δύο χωρών με την αποφυγή των πολυδάπανων εξοπλισμών. Η Ελλάς έχει προτείνει προς κάθε κατεύθυνση και βεβαίως προς την Τουρκία τη διαδικασία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, η οποία έχει τις εγγυήσεις αλλά και τη δεσμευτικότητα των αποφάσεων του Δικαστηρίου αυτού και επικουρείται η πρόταση αυτή από τη Διεθνή Κοινότητα. Η Διεθνής Κοινότητα γνωρίζει πολύ καλά τις διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου και των διεθνών συνθηκών. Γνωρίζει το Δίκαιο της θαλάσσης, γνωρίζει τις ρυθμίσεις της Συνθήκης της Λωζάννης, όπως γνωρίζει και τα άρθρα των πρωτοκόλλων που υπεγράφησαν μεταξύ Τουρκίας και Ιταλίας για τα Δωδεκάνησα. Η Διεθνής Κοινότητα γνωρίζοντας όλα αυτά και μη λαμβάνοντας θέση φοβούμαι ότι άθελά της ενισχύει τις αβάσιμες διεκδικήσεις και τις επιθετικές διαθέσεις. Η Ελλάς δεν ζητεί από κανέναν να μεσολαβήσει υπέρ αυτής. Επικαλείται απλώς το δίκαιο και τη νομιμότητα. Διότι πιστεύει ότι βασικό στοιχείο του πολιτισμού μας δεν είναι τόσο η στήριξη των πάσης φύσεων συμφερόντων μας, όσο η στήριξη της νομιμότητος. Ορθότερο θα ήταν αν έλεγα ότι πρωταρχικό συμφέρον όλων είναι η υπεράσπιση της νομιμότητος.
Κύριε Πρόεδρε, η Ελλάς έχει την προσοχή της στραμμένη προς την Ευρώπη αλλά και τις βαλκανικές χώρες. Με τη στρατιωτική παρουσία της κατόπιν αποφάσεων διεθνών οργανισμών εις τη Βοσνία - Ερζεγοβίνη και εις το Κόσοβο και με τη συγκατάθεση της Αλβανίας εις το έδαφός της συμβάλλει στην επικράτηση της σταθερότητας στην περιοχή, προσφέρει τη βοήθειά της προς όλες τις χώρες της Βαλκανικής, ενισχύει και ενθαρρύνει την επιχειρηματική δραστηριότητα των Ελλήνων σε αυτές, υποστηρίζει την ένταξή τους στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ ευθύς ως οι περιστάσεις υπό τις οποίες διατελούν το επιτρέψουν και εύχεται τη ταχεία αντιμετώπιση των δυσκολιών τους.
  Κύριε Πρόεδρε, η επίσκεψή σας μας προκαλεί πολύ μεγάλη χαρά. Τη θεωρούμε ως έκφραση των θερμών φιλικών αισθημάτων σας έναντι της χώρας μας και μας δίνει την ευκαιρία να σας βεβαιώσουμε για τη θερμότητα και την ειλικρίνεια των δικών μας αισθημάτων για τη μεγάλη δική σας χώρα".
 Αθήνα, 19/11/1999